αναλύομαι


αναλύομαι
αναλύομαι, αναλύθηκα, αναλυμένος βλ. πίν. 6

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀναλύομαι — ἀναλύω cause to wander pres ind mp 1st sg (epic) ἀναλύ̱ομαι , ἀναλύω cause to wander pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανελώ — 1. καταλύω, καταστρέφω, διαλύω 2. (αμτβ.) αναλύομαι, διαλύομαι, λειώνω η πράξη και το αποτέλεσμα: ανέλωμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανέλυσα (αόρ. του αρχ. αναλύω) κατά τό σχήμα αμέλησα αμελώ κ.τ.ό.] …   Dictionary of Greek